Ποιος πληρώνει και ποιος κερδίζει από την «πράσινη» ενέργεια
Η καταστροφή λιγνιτικών μονάδων και η προώθηση βιοαερίου με επιδοτήσεις εγείρουν ερωτήματα για το πραγματικό κόστος που μεταφέρεται στους φορολογούμενους και στους λογαριασμούς ρεύματος.
Τα τελευταία χρόνια, οι Έλληνες πολίτες βιώνουν αύξηση του κόστους ηλεκτρικού ρεύματος, ενώ παράλληλα η ενεργειακή πολιτική της χώρας αλλάζει ριζικά. Η κατεδάφιση εξοπλισμού στα λιγνιτορυχεία, η στροφή σε μονάδες βιοαερίου και οι γενικότερες «πράσινες» επενδύσεις δεν πρέπει να εξετάζονται μόνο ως περιβαλλοντική επιλογή, αλλά και ως οικονομικό και φορολογικό ζήτημα διαφάνειας.
Το οικονομικό μοντέλο του βιοαερίου
Οι μονάδες βιοαερίου παρουσιάζονται συχνά ως φιλικές προς το περιβάλλον. Στην πράξη όμως, η εμπειρία πολλών ευρωπαϊκών χωρών δείχνει ότι η βιωσιμότητά τους εξαρτάται από επιδοτήσεις, εγγυημένες τιμές και δημόσια χρηματοδότηση. Όταν μια δραστηριότητα δεν μπορεί να σταθεί στην αγορά, το κόστος δεν εξαφανίζεται: μεταφέρεται στους φορολογούμενους και στους καταναλωτές.
Σε μια τυπική μονάδα ισχύος 1 MW, το κόστος επένδυσης μπορεί να φτάσει τα 10–15 εκατομμύρια ευρώ, ενώ σημαντικό μέρος χρηματοδοτείται από ευρωπαϊκούς πόρους. Αν η παραγόμενη ενέργεια πωλείται σε τιμές αγοράς, τα έσορα συχνά καλύπτουν μόνο το λειτουργικό κόστος. Με καθεστώς επιδότησης, όμως, το ετήσιο κέρδος ανά μονάδα μπορεί να αυξηθεί κατά εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ — χρήματα που ultimately προέρχονται από τη δημόσια τσέπη.
Το πραγματικό ενεργειακό ισοζύγιο
Το βιοαέριο δεν λειτουργεί «σε κενό αέρος». Απαιτεί μεταφορές πρώτων υλών, καύσιμα, αποθήκευση και διάθεση υπολειμμάτων. Αν οι πρώτες ύλες διανύουν μεγάλες αποστάσεις ή αν η μονάδα βρίσκεται κοντά σε βιομηχανίες τροφίμων με αυστηρά πρότυπα, το συνολικό περιβαλλοντικό και οικονομικό όφελος γίνεται αμφίβολο.
Επιπλέον, η μονάδα δεν εξαφανίζει τα απόβλητα: τα μετατρέπει σε οργανικό υπόλειμμα που πρέπει να διαχειριστεί. Για μια μονάδα 1 MW, οι ημερήσιες ποσότητες μπορεί να είναι τεράστιες, ενώ ζητήματα οσμών, υγιεινής και ασφάλειας δεν μπορούν να απορριφθούν ως δευτερεύοντα.
Ερωτήματα διαφάνειας
Οι πολίτες δικαιούνται σαφείς απαντήσεις:
- Ποιο ποσοστό κάθε επένδυσης πληρώνει η κοινωνία;
- Είναι οι μονάδες βιώσιμες χωρίς μόνιμες επιδοτήσεις;
- Ποιο είναι το πραγματικό ενεργειακό και περιβαλλοντικό ισοζύγιο;
- Ποιοι ωφελούνται από τις «πράσινες» πολιτικές;
Η ενεργειακή μετάβαση δεν μπορεί να γίνει αόρατη φορολογική επιβάρυνση. Χρειάζεται δημόσιος έλεγχος, διαφάνεια κόστους και λογοδοσία για κάθε ευρώ που κατευθύνεται σε επιδοτούμενες επενδύσεις — ιδίως όταν οι παλιές, φθηνότερες πηγές ενέργειας αποσυρθούν χωρίς ισοδύναμη κοινωνική προστασία.
Γράφουμε για την άμεση δημοκρατία, τη διαφάνεια και τη συμμετοχή των πολιτών. Ένα κίνημα που επαναφέρει την εξουσία στα χέρια του λαού.
